Archive for the ‘Ενημέρωση’ Category
Γιορτή Κυνηγιού στον Έβρο
Κυνηγετική Άδεια
Για την έκδοση κυνηγετικής άδειας, τα παρακάτω δικαιολογητικά είναι απαραίτητα:
Για ανανέωση της κυνηγετικής άδειας
1. Αίτηση προς την αρμόδια αρχή για χορήγηση άδειας κυνηγίου.
2. Ασφαλιστήριο συμβόλαιο (ομαδικό ή ατομικό) για την κάλυψη ζημιών από τυχόν ατύχημα που θα προκληθεί κατά την άσκηση του κυνηγίου.
3. Τριπλότυπο ή γραμμάτιο είσπραξης των τελών κυνηγίου υπέρ του Κ.Τ.Γ.Κ. (Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας Κτηνοτροφίας) και Δασών (Κεφάλαιο Θήρας).
4. Υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/86 στην οποία θα δηλώνεται ότι δεν έχει καταδικαστεί για παραβάσεις των "περί θήρας" διατάξεων και δεν εκκρεμεί σε βάρος του σχετική ποινική δίωξη.
Για καινούργιους κυνηγούς
Επιπλέον των παραπάνω, απαιτούνται:
1. 'Αδεια κατοχής κυνηγετικού όπλου ή βεβαίωση από την Αστυνομική Αρχή του τόπου κατοικίας του ενδιαφερόμενου, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας κατοχής κυνηγετικού όπλου.
2. Δύο πρόσφατες φωτογραφίες τύπου ταυτότητας που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί.
3. Βεβαίωση της Επιτροπής Κρίσης Ικανότητας Νέων Κυνηγών στην οποία θα βεβαιώνεται ότι πέτυχαν στις σχετικές εξετάσεις.
Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας κυνηγετικού όπλου από την αρμόδια κυνηγετική αρχή, ανακαλείται αμέσως και η άδεια θήρας.
Για υπηκόους της Ε. Ε., για ομογενείς, για αλλοδαπούς 15ετούς και άνω παραμονής και για διπλωματικούς υπαλλήλους για άσκηση κυνηγετικής δραστηριότητας.
1. 'Aδεια κυνηγίου.
2. 'Aδεια κατοχής κυνηγετικού όπλου ή βεβαίωση από την Αστυνομική Αρχή του τόπου κατοικίας ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας κατοχής κυνηγετικού όπλου.
3. Ασφαλιστήριο συμβόλαιο (ομαδικό ή ατομικό) για την κάλυψη ζημιών από τυχόν ατύχημα που θα προκληθεί κατά την άσκηση κυνηγιού.
4. Τριπλότυπο ή γραμμάτιο είσπραξης των τελών κυνηγιού υπέρ Κ.Τ.Γ.Κ. και Δασών (κεφάλαιο Θήρας).
5. Υπεύθυνη δήλωση του Ν 1599/86 στην οποία θα δηλώνεται ότι δεν έχει καταδικαστεί για παραβάσεις των "περί Θήρας" διατάξεων και δεν εκκρεμεί σε βάρος του σχετική ποινική δίωξη.
6. Υπεύθυνη δήλωση του Ν 1599/86 για τον τόπο προσωρινής κατοικίας.
Τα παραπάνω δικαιολογητικά υποβάλλονται στην αρμόδια δασική αρχή (Δασαρχείο ή Διεύθυνση Δασών).
Η άδεια κυνηγίου, η άδεια κατοχής κυνηγετικού όπλου και το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που καταθέτουν οι υπήκοοι κράτους μέλους της Ε. Ε., οι ομογενείς, οι αλλοδαποί 15ετούς και άνω παραμονής και οι διπλωματικοί υπάλληλοι και έχουν εκδοθεί στην χώρα της οποίας είναι υπήκοοι, γίνονται δεκτά από τις δασικές αρχές οι οποίες όταν το θεωρούν απαραίτητο ζητούν από τον αιτούντα να προσκομίσει και αντίστοιχη επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα.
Σε περίπτωση που επιθυμούν να εκδώσούν αρχική άδεια στην Ελλάδα θα πρέπει να προσκομίσουν όλα τα παραπάνω δικαιολογητικά και επιπλέον α) δύο πρόσφατες φωτογραφίες τύπου ταυτότητας που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί, β) βεβαίωση της Επιτροπής Κρίσης Ικανότητας Νέων Κυνηγών στην οποία θα βεβαιώνεται ότι πέτυχαν στις εξετάσεις.
Την παραμονή των υπηκόων ξένων κρατών στην χώρα μας (εκτός Ε. Ε.) για τουλάχιστον 15 χρόνια, βεβαιώνει το Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής κατοικίας του ενδιαφερόμενου. Η βεβαίωση αυτή κατατίθεται στη Δασική Αρχή ως απαραίτητο δικαιολογητικό αυτής της κατηγορίας αιτούντων.
Οι υπήκοοι ξένων κρατών δεν μπορούν να είναι μέλη των Κυνηγετικών Συλλόγων και επομένως να εφοδιάζονται άδεια κυνηγίου μέσω αυτών. Εξαιρούνται οι ομογενείς ξένης υπηκοότητας που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα.
Για υπηκόους ξένων κρατών (εκτός Ε. Ε.) που διαμένουν στην Ελλάδα διάστημα μικρότερο των 15 ετών ή επισκέπτονται την Ελλάδα για άσκηση κυνηγετικής δραστηριότητας.
Οι κυνηγοί αυτοί μπορούν να κυνηγούν μόνο στις Ελεγχόμενες Κυνηγετικές Περιοχές, Δημόσιες ή Ιδιωτικές.
Τα δικαιολογητικά για την έκδοση άδειας κυνηγίου είναι τα εξής:
1. Αίτηση στην αρμόδια δασική αρχή.
2. Δύο πρόσφατες φωτογραφίες.
3. Τριπλότυπο ή γραμμάτιο είσπραξης των τελών κυνηγιού υπέρ Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών (κεφάλαιο Θήρας).
4. Πρωτότυπη άδεια κυνηγίου που ισχύει για την χώρα του ή κατάθεση επικυρωμένου φωτοαντίγραφου.
5. Αποδεικτικό στοιχείο για την ασφαλιστική κάλυψη του ενδιαφερομένου σε περίπτωση κυνηγετικού ατυχήματος στη χώρα μας (ασφαλιστικό συμβόλαιο η βεβαίωση ασφαλιστικού φορέα ή αναγραφή του αριθμού του ασφαλιστηρίου στην άδεια κυνηγίου).
Για τις Δημόσιες Ε.Κ.Π. η απαραίτητη γενική άδεια κυνηγίου εκδίδεται από τη δασική αρχή στην οποία υπάγεται η Ε.Κ.Π.
Για κάθε Ε.Κ.Π. απαιτείται και ειδική άδεια κυνηγίου με τέλος που καθορίζεται με το σχετικό ετήσιο πρόγραμμα της, σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθρου3 του Π.Δ. 453/1977 σε συνδυασμό με εκείνα των Π.Δ. 332/1983 και Π.Δ. 94/1993 και των Ν. 2240/94 και Ν. 2503/97 με απόφαση του Γ. Γ. της Περιφέρειας.
Για τις ιδιωτικές Ε.Κ.Π., η γενική άδεια κυνηγίου εκδίδεται από την τοπική δασική αρχή και ισχύει για ολόκληρη την κυνηγετική περίοδο.
Το Ελληνικό κόκκινο βιβλίο για τα πουλιά
Πριν από λίγους μήνες εκδόθηκε από την Ελληνική Ζωολογική Εταιρεία το «Κόκκινο Βιβλίο για τα Απειλούμενα Ζώα της Ελλάδος» με επιμέλεια έκδοσης των Α.Λεγάκι και Π.Μαραγκού. Η προσπάθεια αυτή χρηματοδοτήθηκε από το Ευρωπαικό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης σε ποσοστό το ανώτερο 80% και το υπόλοιπο από Εθνικούς Πόρους και την προλογίζετε εσείς η ίδια, κυρία Υπουργέ, με ιδιαίτερα εγκωμιαστικά σχόλια.
Για τη συγγραφή της συγκεκριμένης έκδοσης δεν έγινε οποιαδήποτε έρευνα πεδίου. Το μοναδικό επομένως επιστημονικό υπόβαθρο στο οποίο βασίζεται είναι οι βιβλιογραφικές αναφορές. Αν και στην Ελλάδα έχουν καταγραφεί περίπου 440 είδη πτηνών, οι βιβλιογραφικές αναφορές που υπάρχουν στο Κόκκινο Βιβλίο στη θεματική ενότητα για τα πτηνά ανέρχονται στις 199. Μετά από σχετική ανάγνωσή τους το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει κανείς είναι πως από τα 62 είδη που καταχωρήθηκαν σαν απειλούμενα για τα 29 είδη δεν υπάρχει καμία σχετική εξειδικευμένη στην οικολογία τους αναφορά, για 16 είδη υπάρχει μόνο 1 αναφορά και για μόλις 17 υπάρχουν πάνω από μία βιβλιογραφικές αναφορές σχετικές με την οικολογία τους. Γίνεται σαφές πως η επιστημονική τεκμηρίωση προφανώς αντικαταστάθηκε, τουλάχιστον για 29 (δηλαδή σχεδόν τα μισά) απειλούμενα είδη πτηνών, από την προσωπική (αυθαίρετη) εκτίμηση των συντελεστών του κόκκινου βιβλίου.
Αν οι συντελεστές της συγκεκριμένης ενότητας είχαν περιοριστεί σε αναφορές σχετικά με τη γεωγραφική κατανομή της Ελληνικής ορνιθοπανίδας και σε γενικές πληροφορίες για την οικολογία των πτηνών ανά είδος, θα μπορούσε να πει κανείς πως η σχετική βιβλιογραφία είναι επαρκής. Διαβάζοντας όμως τις απειλές για κάθε είδος χωριστά και τα διαχειριστικά μέτρα που προτείνονται για την αντιμετώπισή τους διαπιστώνουμε ακριβώς το αντίθετο.
Για την πετροπέρδικα, για παράδειγμα, αναφέρεται:
«Ο πληθυσμός της δείχνει σαφή και συνεχή μείωση, το είδος δε είναι εξαιρετικά σπάνιο ή έχει ήδη εξαφανιστεί από αρκετές περιοχές, όπως η Αττική. Δεν υπάρχουν ακριβή δεδομένα για τον πληθυσμό της…».
«Δεν υπάρχουν αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία για την ετήσια κυνηγετική κάρπωση του είδους, λόγω κυρίως των υβριδισμών.»
«Απειλές: Δημοφιλές και παραδοσιακό θήραμα εδώ και αιώνες, τα τελευταία χρόνια δείχνει σαφή πληθυσμιακή κάμψη και συρρίκνωση της φυσικής γεωγραφικής της κατανομής, λόγω της εντατικοποίησης του κυνηγιού της…»
«Πρόσφατα το είδος μετακινήθηκε στο παράρτημα Ι της Οδηγίας για τα άγρια πουλιά (79/409/ΕΟΚ).»
«Μέτρα διαχείρισης που απαιτούνται: Αυστηρός περιορισμός ή και πλήρης απαγόρευση του κυνηγιού στην Ελλάδα…»
Οι συντάκτες του παραπάνω κειμένου παραθέτουν στοιχεία, συμπεράσματα και προτάσεις που βασίζονται σε δύο (2) βιβλιογραφικές αναφορές που σχετίζονται με την Πετροπέρδικα. Η μία από αυτές αφορά σε γενετική ταυτοποίησή της, ενώ η δεύτερη δημοσιεύτηκε το 1988. Είναι προφανές πως από τις συγκεκριμένες αναφορές δεν προκύπτουν πρόσφατα πληθυσμιακά στοιχεία. Με δεδομένο το γεγονός πως οι συγγραφείς της αναφοράς για την Πετροπέρδικα δεν έχουν καταθέσει κάποια πρόσφατη μελέτη που να αποδεικνύει το πληθυσμιακό καθεστώς της πετροπέρδικας, εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα πως η πρόταση για «αυστηρό περιορισμό ή και πλήρη απαγόρευση της θήρας της» συνιστά πρωτοφανή εκτροπή από κάθε έννοια επιστημονικής τεκμηρίωσης και δεοντολογίας και εγείρει έντονα ερωτηματικά για την αξιοπιστία, την επιστημονική επάρκεια και την αμεροληψία τους σχετικά με τη δραστηριότητα της θήρας για το σύνολο των αναφορών τις οποίες έχουν κάνει στη συγκεκριμένη έκδοση.
Συμπληρωματικά αναφέρουμε πως, σε αντίθεση με τα όσα αναφέρουν οι παραπάνω ερευνητές, η πρόσφατη νέα έκδοση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας για τα πτηνά (2009/147), κατατάσσει την Πετροπέρδικα στο Παράρτημα ΙΙ στο οποίο καταχωρούνται μόνο τα είδη των οποίων το πληθυσμιακό καθεστώς κρίνεται επαρκές για να επιτραπεί η θήρα τους. Επιπλέον, σύμφωνα με έρευνα που διεξάγεται για τέταρτη χρονιά φέτος σε όλα σχεδόν τα βουνά της Ηπείρου από τους επιστημονικούς συνεργάτες της Κυν.Ομοσπονδίας Ηπείρου, οι πληθυσμοί της Πετροπέρδικας παρουσιάζουν μεγάλη σταθερότητα και η μεταβολή του πληθυσμού (αύξηση ή μείωση ανάλογα τη χρονιά) δεν είναι μεγαλύτερη από 15% για κάθε συγκρινόμενη περίοδο.
Η μεροληψία ενάντια στη νόμιμη θήρα φαίνεται επίσης από την παρακάτω αναφορά που βρίσκεται στην εισαγωγή της ενότητας «Πουλιά» του Κόκκινου Βιβλίου: «Το κυνήγι εκτιμάται ότι απειλεί το διαχειμάζοντα πληθυσμό τουλάχιστον δύο ειδών που περιλαμβάνονται μεταξύ των θηρεύσιμων (καπακλής Anas strepera και σαρσέλα A.querquedula), αν και μάλλον απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση για τον εντοπισμό των αιτιών της μείωσης των πληθυσμών τους». Για τα συγκεκριμένα δύο είδη δεν υπάρχει καμία βιβλιογραφική αναφορά γεγονός που σημαίνει πως τα συμπεράσματα και οι προτάσεις που τα αφορούν αποτελούν μία ακόμη προσωπική αυθαίρετη εκτίμηση του συγγραφέα που τις υπογράφει, ο οποίος μάλιστα είναι και ο επιστημονικός υπεύθυνος της έκδοσης για το κεφάλαιο «Πτηνά».
Για κάποιον που δεν γνωρίζει, αναφέρουμε πως το σύνολο του πληθυσμού της Σαρσέλας διαχειμάζει στην Αφρική και μεταναστεύει στην Ελλάδα την Ανοιξη, μετά τα μέσα Μαρτίου, τουλάχιστον ένα μήνα δηλαδή μετά τη λήξη της περιόδου θήρας της. Δεν τίθεται επομένως ζήτημα απειλής του διαχειμάζοντος πληθυσμού από τη νόμιμη θήρα γιατί δεν έρχεται ποτέ σε επαφή με νόμιμο κυνηγό στην Ελλάδα το συγκεκριμένο είδος. (Ηλιόπουλος Γ., αδημοσίευτα στοιχεία 6 ετών).
Κάθε αυθαίρετη – μη επιστημονικά τεκμηριωμένη πρόταση για απαγόρευση θήρας ως μέτρο «προστασίας» θηρεύσιμων ειδών συνιστά συκοφαντική δυσφήμηση εις βάρος των νόμιμων κυνηγών και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την προσέγγιση και τους χειρισμούς που θα πρέπει να επιδεικνύει κάθε θεσμικός φορέας όπως είναι το Υπουργείο ΠΕΚΑ.
Υπάρχει πλήθος ερευνών που σχετίζονται με τη θήρα, τη διαχείριση και την οικολογία των θηρεύσιμων ειδών, που έχουν δημοσιεύσει Έλληνες επιστήμονες πρόσφατα σε έγκυρα επιστημονικά περιοδικά ή συνέδρια. Το γεγονός πως ενώ το κύριο μέτρο που προτείνεται για την προστασία των πτηνών είναι διάφοροι περιορισμοί θήρας, δεν έχει γίνει καμία αναφορά σε αυτές τις έρευνες συμπληρώνει και ενισχύει ακόμη περισσότερο την άποψη πως σε ότι έχει να κάνει με τη θήρα, η έννοια της επιστημονικής τεκμηρίωσης αντικαταστάθηκε από την αρνητική προκατάληψη και τις προσωπικές αντιλήψεις, στη συγκεκριμένη έκδοση.
Οι ανακρίβειες αλλά και η μη επιστημονικά τεκμηριωμένες προτάσεις για περιορισμούς της θήρας που καταγράφονται στη συγκεκριμένη έκδοση του Κόκκινου Βιβλίου είναι προφανές πως δεν περιορίζονται στα παραπάνω. Με δεδομένο όμως το γεγονός πως έχει ήδη κατατεθεί για δημόσια διαβούλευση από πλευράς ΥΠΕΚΑ το Σχέδιο Νόμου για τη «Χρηματοδότηση Περιβαλλοντικών Παρεμβάσεων, Πράσινο Ταμείο, Κύρωση Δασικών Χαρτών και άλλες διατάξεις» κρίναμε σκόπιμο να καταθέσουμε μία πρώτη έκθεση αξιολόγησης σχετικά με τα κενά και τις παραλείψεις που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη έκδοση. Και τούτο διότι οι μελλοντικές επανεκδόσεις του «Κόκκινου Βιβλίου» όπως και κάθε άλλη αντίστοιχη προσπάθεια είναι βέβαιο πως θα χρηματοδοτούνται από το Πράσινο Ταμείο στο οποίο οι Έλληνες κυνηγοί αλλά και οι Έλληνες πολίτες γενικότερα θα καταθέτουν ετησίως σημαντικά κονδύλια με σκοπό την ορθολογική διαχείριση του περιβάλλοντος η οποία προϋποθέτει επαρκή και αδιαμφισβήτητη επιστημονική τεκμηρίωση πριν από τη λήψη διαχειριστικών μέτρων, ιδίως όταν αυτά πρόκειται να περιορίσουν (και μάλιστα χωρίς αντισταθμιστικά οφέλη) τις δραστηριότητές τους.
Η ουσιαστική έλλειψη επιστημονικής τεκμηρίωσης σε έκδοση αυτού του επιπέδου αναδεικνύει μεταξύ άλλων και το μείζον ζήτημα της συμμετοχής των οικολογικών ΜΚΟ στην υπό ίδρυση «Στρατηγική επιτροπή Περιβαλλοντικής Πολιτικής» που θα κατευθύνει τις δράσεις που θα χρηματοδοτούνται από το «Πράσινο Ταμείο» στην οποία το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο προβλέπει τη συμμετοχή τριών εκπροσώπων «Περιβαλλοντικών ΜΚΟ Εθνικής Εμβέλειας» και για την οποία θα επανέλθουμε με αναλυτική επιστολή.
Με βάση τα παραπάνω θεωρούμε πως μέχρι να υπάρξει ξανά η δυνατότητα η Ελλάδα να καταβάλει τα σημαντικά κονδύλια που απαιτούνται για διαρκή συστηματική καταγραφή των ειδών της Ελληνικής χλωρίδας και πανίδας καθώς και των ενδιαιτημάτων τους, κάθε ανάλογη προσπάθεια στο βαθμό που δε βασίζεται σε επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση περιορίζεται εκ των πραγμάτων σε «υλικό ενημερωτικού χαρακτήρα» και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει «επιστημονικά άρτιο εργαλείο για την προστασία του ελληνικού βιολογικού πλούτου!» το οποίο «Μας δείχνει όμως και τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουμε, τα μέτρα που οφείλουμε να λάβουμε, τις πολιτικές που πρέπει να αναθεωρήσουμε και την περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση που μας λείπει για την ολοκληρωμένη προστασία των ειδών και των οικοσυστημάτων τους» όπως άκρως λανθασμένα αναφέρετε, κυρία Υπουργέ, στον πρόλογο της συγκεκριμένης έκδοσης.
Ελπίζουμε, στην επόμενη έκδοση του Κόκκινου Βιβλίου να απαλειφθούν οι ανακρίβειες και οι προσωπικές εμπάθειες των συγγραφέων για το Κυνήγι, έτσι ώστε το Κόκκινο Βιβλίο να αποτελέσει ένα επιστημονικό εγχειρίδιο που θα φανεί πραγματικά χρήσιμο για την προστασία της Ελληνικής φύσης και βιοποικιλότητας.
Μεθοδεύσεις κατά του Κυνηγίου στις διεργασίες διαμόρφωσης της σχετικής υπουργικής απόφασης 2010-2011
Στατιστικά του ‘ Αρτεμις ‘
Με την παρουσία εκπροσώπων κυνηγετικών οργανώσεων από τις περισσότερες μεσογειακές χώρες έγινε η παρουσίαση των αποτελεσμάτων του επιστημονικού ερευνητικού προγράμματος «Αρτεμις». Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν ήταν το αποτέλεσμα 15 χρόνων λειτουργίας του «Αρτεμις» που χρηματοδοτείται αποκλειστικά από την Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδος με χρήματα των Ελλήνων κυνηγών. Οι δυνατότητες του προγράμματος είναι πραγματικά απεριόριστες… Μπορούν να προσφέρουν τα μέγιστα στην έρευνα της βιολογίας των θηραμάτων, στην έρευνα για το κυνηγετικό ενδιαφέρον και την κάρπωση, αλλά και οικονομικά στοιχεία σχετικά με την κυνηγετική δραστηριότητα, τον κυνηγετικό τουρισμό κλπ.
Στο σημερινό τεύχος θα δούμε κάποια στοιχεία από αυτά που παρουσίασαν οι υπεύθυνοι του προγράμματος Δρ. Χρήστος Θωμαΐδης (…) και ο Δασολόγος Μηχανολόγος Φάνης Καραμπατζάκης.
Το «Αρτεμις» μετράει την κυνηγετική εμπειρία με βάση τη χρονολογία έκδοσης της πρώτης άδειας. Δηλαδή, ένας κυνηγός που κυνηγάει π.χ. 20 χρόνια θεωρείται πιο έμπειρος από κάποιον που κυνηγάει 10. Ομως πέρα από την εμπειρία καταγράφεται και το μεγαλύτερο πρόβλημα της κυνηγετικής κοινότητας (κατά τη γνώμη του γράφοντος) που είναι το… δημογραφικό.
Χαρακτηριστικό του προβλήματος είναι η θεαματική πτώση στην έκδοση των κυνηγετικών αδειών κατά την τελευταία 20ετία. Τη δεκαετία του 1980 εκδίδονταν 345.000 κυνηγετικές άδειες, ενώ σήμερα έχουν πέσει στις 230.000. Από τους εν ενεργεία κυνηγούς οι περισσότεροι έχουν βγάλει για πρώτη φορά άδεια τη δεκαετία 1981-1990. Την επόμενη όμως δεκαετία, δηλαδή ανάμεσα στο 1991 και το 2000, μπήκαν στην κυνηγετική δραστηριότητα λιγότεροι από τους μισούς κυνηγούς σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Εκτοτε η πτώση συνεχίζεται σταθερά… Δυστυχώς η αντικυνηγετική προπαγάνδα έχει κάνει τη δουλειά της αποτρέποντας τους νέους να ασχοληθούν με το… «δολοφονικό κυνήγι», στρέφοντάς τους σε άλλες «πολιτικά ορθές» δραστηριότητες όπως είναι το internet, το ποδόσφαιρο κλπ. Είναι πραγματικά ενδιαφέρον ότι ακόμα και τα παιδιά των κυνηγών σε πολύ μικρό, σχετικά, ποσοστό γίνονται κυνηγοί.
Δυστυχώς, οι προοπτικές είναι ακόμα πιο δυσάρεστες, με δεδομένη την οικονομική κρίση που έχει πλήξει την ελληνική κοινωνία. Την επόμενη σεζόν αναμένεται σημαντική πτώση στην έκδοση των κυνηγετικών αδειών και αυτό θα είναι ένα ακόμα χτύπημα στην ευρωστία των Κυνηγετικών Συλλόγων, των επιχειρήσεων κυνηγετικών ειδών κ.ο.κ. Αυτό βέβαια δεν είναι διαπίστωση του «Αρτεμις», αλλά όσων αντιλαμβάνονται τι σημαίνει οικονομική κρίση…
Στο ζενίθ ο αγριόχοιρος
Γουρούνια! Πολλά γουρούνια! Η αύξηση του πληθυσμού τους επιβεβαιώνεται και από το πρόγραμμα «Αρτεμις». Ενδεικτικός είναι ο… ενθουσιώδης τρόπος με τον οποίο καταγράφεται αυτή η διαπίστωση και ο τρόπος με το οποίο παρουσιάστηκε: «Ραγδαία είναι και η αυξητική τάση της εθνικής ετήσιας κάρπωσης, γεγονός που σηματοδοτεί ανάλογη αυξητική τάση και στον πληθυσμό, ιδιαίτερα μετά το 2001 που άρχισε και η εντονότερη θηροφύλαξη λόγω της λειτουργίας της Ομοσπονδιακής Θηροφυλακής».
Μέσα σε μια δεκαετία η κάρπωση υπερδιπλασιάστηκε και όπως θα δείτε στο σχετικό γράφημα έφτασε και ξεπέρασε τα 250.000 ζώα. Αυτή η εξέλιξη σαφώς έχει και παραμέτρους οι οποίες δεν καταμετρώνται από το «Αρτεμις», τουλάχιστον προς το παρόν. Ενα κέρδος πέρα από τη μεγάλη κάρπωση, είναι και η μείωση της πίεσης στα άλλα θηράματα και ειδικότερα στον λαγό. Η στροφή αρκετών κυνηγών στο γουρουνοκυνήγι ωφέλησε τον λαγό, που δείχνει και αυτός αυξητικές τάσεις.
Βεβαίως θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η αύξηση του πληθυσμού του αγριόχοιρου οφείλετε και στην… μπασταρδοποίησή του με ήμερους αγριόχοιρους. Δυστυχώς μεγάλο πλέον μέρος του πληθυσμού των αγριόχοιρων ανήκει στο συμπαθές είδος των ημιάγριων, που το χαρακτηριστικό τους είναι η ευκολία στην αναπαραγωγή και οι μεγάλες σε αριθμό γέννες. Ομως γι' αυτό το μεγάλο θέμα θα τα πούμε άλλη φορά…
Ο «κύκλος» της πέρδικας
Επιβεβαιώνεται και από το ερευνητικό πρόγραμμα «Αρτεμις» η τάση που υπάρχει σε αυτό το είδος, για ανώτατο και κατώτερο πληθυσμιακό επίπεδο μέσα σε έναν δεκαετή κύκλο. Σύμφωνα με το αποτελέσματα που παρουσιάστηκαν, τη διετία '95-'96 θηρεύτηκαν οι περισσότερες πέρδικες, ενώ ακολούθησε πτωτική τάση μέχρι τη διετία 2003-2004, οπότε η κάρπωση ανεβαίνει και πάλι σε μεγάλα επίπεδα. Βέβαια, η κάρπωση είναι αποτέλεσμα της κυνηγετικής ευκαιρίας, οπότε το συμπέρασμα βγαίνει εύκολα. Οταν υπάρχουν θηράματα, υπάρχει και ανάλογη κάρπωση. Και στα πολλά και στα λίγα!
Επίσης, πρέπει να σημειώσουμε ότι από την περίοδο 2007-2008 μετατοπίστηκε η κυνηγετική περίοδος του κυνηγίου της ορεινής πέρδικας και από 15 Σεπτεμβρίου που ήταν η έναρξη μεταφέρθηκε στην 1η Οκτωβρίου. Αντίστοιχα η λήξη από 30 Νοεμβρίου πήγε στις 15 Δεκεμβρίου. Αυτή η μετατόπιση μείωσε την πίεση στην πέρδικα, αφού πολλοί κυνηγοί στρέφονται στο κυνήγι της μπεκάτσας, ενώ παράλληλα οι καιρικές συνθήκες του χειμώνα αποθαρρύνουν αρκετούς από το να ανέβουν στα βουνά.
Την επόμενη χρονιά επί «υφυπουργίας» Κιλτίδη μειώθηκε και το όριο κάρπωσης, από τέσσερα σε δύο πουλιά.
Στην έρευνα του «Αρτεμις» ως περδικοκυνηγοί υπολογίζονται όσοι θήρευσαν τουλάχιστον μία πέρδικα σε μια κυνηγετική περίοδο.
Η μέση κάρπωση των περδικοκυνηγών είναι τέσσερα πουλιά ανά έτος και αυτός ο αριθμός παραμένει σταθερός ολόκληρη την 15ετία της έρευνας. Ομως, μειώνεται ο αριθμός των περδικοκυνηγών. Το ανώτερο επίπεδο παρατηρείται την περίοδο 1995-1996 με ποσοστό 33% επί του συνόλου των κυνηγών, ενώ το κατώτερο, που είναι 20%, την περίοδο 2008-2009. Αυτή η τάση επηρεάζει και τη συνολική κάρπωση και βέβαια αποτυπώνεται στον συνολικό αριθμό της κάρπωσης. Το 1996 θηρεύτηκαν 320.000 ορεινές πέρδικες, ενώ το 2008 λιγότερες από τις μισές. Μόλις 150.000 πουλιά…
Μπεκάτσες σε μετακίνηση…
Η μπεκάτσα παρουσιάζει επίσης τον κυκλικό βιολογικό κύκλο και περίπου κάθε δέκα χρόνια έχει ένα ανώτατο και κατώτατο σημείο. Τα αποτελέσματα του «Αρτεμις» αποδεικνύουν ότι η κάρπωση ακολουθεί τη διακύμανση του πληθυσμού και σε καμιά περίπτωση το κυνήγι δεν επηρεάζει τον πληθυσμό του είδους.
Οι καλύτερες χρονιές από πλευράς κάρπωσης ήταν το 1999-2000 και το 2007-2008 οπότε η κάρπωση έφτασε το ανώτατο επίπεδο που ήταν 12 πουλιά (μέσος όρος) επί του συνόλου των μπεκατσοκυνηγών. Η χειρότερη χρονιά ήταν το 2002-2003, οπότε η μέση κάρπωση έπεσε στα 5 πουλιά ανά μπεκατσοκυνηγό.
Ενδιαφέρον είναι και το γεγονός ότι στο σύνολο των κυνηγών ο ένας στους δύο θηρεύει τουλάχιστον μια μπεκάτσα μέσα στην κυνηγετική σεζόν.
Να σημειώσουμε επίσης ότι ο κυνηγός φονεύει μια στις τρεις από αυτές που συναντάει, ενώ βάζει στην τσάντα ένα πουλί ανά δύο εξορμήσεις.
Πέρα από τα προαναφερθέντα αριθμητικά στοιχεία μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι δυνατότητες που δίνει το «Αρτεμις» στην παρακολούθηση των μετατοπίσεων και της μετανάστευσης της μπεκάτσας. Ενδεικτικό ήταν το γράφημα που μας παρουσίασε ο δρ. Χρήστος Θωμαΐδης, παρουσιάζοντας τις μετατοπίσεις της μπεκάτσας το δεκαήμερο 21 έως 31 Οκτωβρίου 2007. Οι μπεκάτσες, σύμφωνα με το γράφημα, μετακινούνταν από τους νομούς Δράμας, Σερρών, Θεσσαλονίκης κλπ. προς Λέσβο, Χίο και Μικρά Ασία. Και ας περιμέναμε εμείς οι νότιοι πώς και πώς…
Η αύξηση του λαγού
Ιδού το εθνικό μας θήραμα! Το 25-30% των κυνηγών θηρεύει δύο λαγούς ανά έτος, ενώ η εθνική μας κάρπωση φτάνει τα 240.000 ζώα. Η χαμηλότερη περίοδος ήταν το 1998-1999 με μόλις 100.000 λαγούς. Ηταν η χρονιά (αν δεν κάνω λάθος) που είχε εμφανιστεί η αιμορραγική νόσος. Ηταν όμως και η χρονιά που δημιουργήθηκε και η Ομοσπονδιακή Θηροφυλακή. Από εκείνη τη χρονιά ο λαγός αυξάνεται και πληθύνεται. Αναμφίβολα η Θηροφυλακή συνέβαλε τα μέγιστα στην αύξηση των λαγών, μια και η νυκτερινή λαθροθηρία ήταν μια μάστιγα για το δημοφιλές θήραμα. Δυστυχώς αυτού του είδους η λαθροθηρία εξακολουθεί να υπάρχει έστω και σημαντικά μειωμένη. Οι αναγνώστες που διάβασαν το προηγούμενο τεύχος με το ρεπορτάζ της καταδίκης του δολοφόνου νυκτολαθροθήρα, μπορούν να κατανοήσουν πόσο μεγάλη πληγή είναι αυτού του είδους η λαθροθηρία.
Κατά το «Αρτεμις», το 40% των Ελλήνων κυνηγών έχει θηρεύσει έναν λαγό ανά έτος, ενώ το 20% των κυνηγετικών εξορμήσεων γίνεται αποκλειστικά για κυνήγι λαγού.
Τα λοιπά θηράματα…
Τα αγριοκούνελα περιορίζονται σε κάποια νησιά, όπως π.χ. η Λήμνος, που αποτελούν πραγματική πληγή μια και αυξάνονται και πληθύνονται ανεξέλεγκτα. Το κυνηγετικό όπλο δεν μπορεί να ελέγξει τον πληθυσμό τους και αυτό αποδεικνύεται και από το πρόγραμμα «Αρτεμις». Παρά τη μεγάλη αναλογικά κάρπωση σε σχέση με τις συναντήσεις, τα αγριοκούνελα… δεν πτοούνται. Τη χρονιά 2005-2006 μπήκαν στην τσάντα 40.000 αγριοκούνελα.
Τα αγριοπερίστερα παρουσιάζουν περιορισμένο κυνηγετικό ενδιαφέρον και επομένως περιορισμένη κάρπωση.
Η καλύτερη χρονιά για την κάρπωση της νησιωτικής πέρδικας ήταν το 2003, οπότε θηρεύτηκαν περίπου 140.000 πουλιά. Εκτοτε, η «συγκομιδή» παρουσιάζει πτωτική τάση. Ομως και εδώ παρουσιάζεται ο περίφημος δεκαετής κύκλος…
Τα ορτύκια προσφέρονται για μεγάλη κάρπωση, αφού το ένα στα δύο που θα συναντήσει ο κυνηγός θα καταλήξει στην τσάντα του. Η ζήτηση και η κάρπωση παραμένουν σε σταθερά επίπεδα, κάτι που σημαίνει πως οι πληθυσμοί παρουσιάζουν αξιοσημείωτη σταθερότητα. Το ορτύκι πρέπει να… αγιοποιηθεί, κατά τα πρότυπα της… «αγίας τσίχλας» όπως την αποκαλούν χαϊδευτικά οι έμποροι.
Στις τσίχλες παρατηρείται σχετική σταθερότητα. Οταν έρχονται οι τσίχλες και όσο αυτές υπάρχουν, τόσο οι κυνηγοί εξορμούν. Μόλις χάνονται οι τσίχλες χάνονται και οι τσιχλοκυνηγοί. Η κάρπωση είναι σχετικά μικρή, αφού μόλις μια στις τέσσερις ευκαιρίες θα «καρποφορήσει» και ο κυνηγός θα βάλει το πουλί στην τσάντα. Η συνολική κάρπωση είναι εντυπωσιακή, ενώ καλύτερη χρονιά ήταν η κυνηγετική περίοδος 2004-2005.
Κείμενο: Νίκος Φωτακόπουλος
Καλααζάρ στην Αττική
Όμιλος Κυνοφίλων Αιτ/νίας
Ο Όμιλος Κυνοφίλων Αιτ/νίας διοργανώνει σεμινάριο στις 23-06-2010 στο Αγρίνιο στο ξενοδοχείο Alexander.Θα μοιραστούν μαζί μας τις γνώσεις τους για τους Αγγλικούς δείκτες ο κ. Σπύρος Δέδες,για τις ηπειρωτικές φυλές ο κ. Γιώργος Καλαντζής, για τους Ελληνικούς ιχνηλάτες ο κ. Γιάννης Φραγγίδης, για θέματα εκπαίδευσης ο κ. Μαυρίδης, για κτηνιατρικά θέματα ο κ. Φλώρος και περί θηραματολογίας ο κ. Χατζηνίκος Ευάγγελος.
Μετά το σεμινάριο θα ακολουθήσει μπουφές.
Τιμή προσκλήσεως 12e
Πληροφορίες στα τηλ.6937880070, 6946771620
Θέλουμε να συγχαρούμε τον όμιλο κυνοφίλων Αιτωλοακαρνανίας για τις ενέργειες που κάνει για τη βελτίωση της κυνοφιλίας.
Κλοπή σκύλων
Υψηλές Θερμοκρασίες – Εκπαιδευτικά
Το κατάλυμα του Σκύλου